Σαν ήμουνα παιδί ονειρευόμουνα, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, ολόκληρη η χρονιά, νόμιζε κανένας είχε συμπτυχθεί το ενδιαφέρον σε εκείνο το μαγευτικό δεκαπενθήμερο των Χριστουγέννων και του Αγίου Βασιλείου. Ο κόσμος δε ζούσε στη σημερινή καταναλωτική κοινωνία. Ήταν ένας κόσμος που έβγαινε από πόλεμο, ζούσε ένα διχασμό, ήταν φτωχός, φοβισμένος, πεινασμένος.
Δεν ξέραμε τότε από γιορτές γενεθλίων, η ζαχαρένια τούρτα και τα κεράκια στη μέση ήταν άγνωστα σε μας. Τόπι βέβαια παίζαμε στα δρομάκια που ήταν ήσυχα, δεν περνούσαν παρά που και που αυτοκίνητα. Παίζαμε τόπι, αλλά το φτιάχναμε εμείς από παλιοκούρελα.
Και βέβαια είχαμε κούκλες. Κούκλες, από παλιόπανα. Κούκλες που κάποια γιαγιά μας είχε φτιάξει. Γιατί, θεέ μου, είχαμε τότε και γιαγιάδες! που μας κανάκευαν, μας πρόσεχαν, μας έφτιαχναν φανταχτερά παιχνίδια και μας έλεγαν παραμύθια.
Και βέβαια εύκολο ήτανε με δυο καλάμια να κάνουμε τσιλίκι, με μια κιμωλία τριμμένη να φτιάξουμε τετράγωνα στον ίσιο δρόμο και να παίξουμε κουτσό, ένα σχοινί μπουγάδας βρισκότανε για να το στριφογυρίζουμε και να το πηδάμε.
Αυτά ήταν τα καθημερινά μας παιχνίδια. Γιατί ο μοναδικός Άγιος Βασίλης θα έφερνε το "έξτρα" να πούμε το ονειρεμένο, το φανταστικό, το δώρο το δικό του. Όταν βλέπαμε ένα κουρντιστό τραινάκι -πού τότε τα ηλεκτρονικά!- μια πολύχρωμη σβούρα, μια πραγματική κούκλα στο μεγάλο μαγαζί και θερμοπαρακαλούσαμε να μας τα αγοράσουν, έλεγαν οι μεγάλοι "Υπομονή, θα 'ρθούνε οι γιορτές". Αναστενάζαμε, μετρούσαμε τους μήνες, πόσοι μας μένουν μέχρι τότε.
Λοιπόν σαν ήμουν παιδί ονειρευόμουνα τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είχε αλλάξει. Ασπρίσματα, καθαρίσματα, γλυκά φτιαγμένα από τη μητέρα, κουραμπιέδες με το αμύγδαλο που σπάζαμε εμείς τα παιδιά, μελομακάρονα που μπροστά στα μάτια μας πέφταν στο πετιμέζι, μυρουδιές...Νηστεύαμε, δεν τρώγαμε από τα γλυκά που ετοιμάζονταν. Αναμονή και παραμύθι. Γιατί η γιαγιά σαν παραμύθι μας μίλαγε για τα Χριστούγεννα. Κι ήταν μια σκάλα. Κι επάνω στη σκάλα ανεβοκατέβαιναν Άγγελοι. Μεγάλοι Άγγελοι μ' ασημένια φτερά, μικροί Άγγελοι, με μαλλιά σγουρά μεταξένια. Κοιτάζαμε το μικρό αδελφάκι μας, έτσι είχε τα μαλλιά του σγουρά και μεταξένια. Λες να ήταν ένας τοσοδούλης άγγελος. Και τραγουδούσανε και ψέλνανε οι Άγγελοι, συνέχιζε η γιαγιά καθώς πασπάλιζε με άχνη ζάχαρη τους κουραμπιέδες.
Και το άλλο μας έλεγε η γιαγιά :
- Ο Άγιος Βασίλης δουλεύει όλη τη χρονιά με τους μαστόρους του. Νύχτα-μέρα δουλεύει. Φτιάχνει παιχνίδια για να τα δώσει στα παιδιά. Κι όταν κοντεύουν οι μέρες, τα φορτώνει στο έλκηθρο του, βάζει βαθιά-βαθιά το κόκκινο σκουφί του, φοράει τα μεγάλα και ζεστά του γάντια, τις μαύρες γούνινες μπότες του και ξεκινάει. Τάραντοι δώδεκα και δώδεκα κι άλλοι δώδεκα σέρνουν το βαρυφορτωμένο έλκηθρο του. Θυμάμαι και νοσταλγώ. Σήμερα δεν υπάρχουν πια γιαγιάδες αυτού του είδους. Οι γιαγιάδες δεν μένουν μαζί μας, είναι μοντέρνες γιαγιάδες, που δεν ξέρουν να μιλούν για τα Χριστούγεννα, για τον Άη Βασίλη.
Σε πολλά σπίτια δεν κάνουνε πια γλυκά. - Τι να τα κάνεις; Φασαρία είναι. Παίρνεις ένα-δυό κιλά απ' το ζαχαροπλαστείο, ξεμπερδεύεις, στους δρόμους κυκλοφορούν πάρα πολλά αυτοκίνητα, τα παιδιά δεν παίζουν. Βουβά, βλέπουν τηλεόραση.
Τα φύλλα των εφημερίδων μιλούν για Χριστούγεννα, άδεια από Χριστό. Η τηλεόραση έχει χορευτικά σώου και ανόητα νούμερα. Τις γιορτινές μέρες δεν τις λένε καν χριστουγεννιάτικες. Η οικογένεια χωρίζει, δε σμίγει. Οι γονείς πάνε εκδρομή. Τα μεγάλα παιδιά πάνε σε "χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν".
Το λινό τραπεζομάντηλο που έστρωνε η μάνα μου αυτή τη μέρα μένει σαν αντίκα στο συρτάρι. Και η "ειρήνη", μια λέξη-καραμέλα, βρίσκεται ξεκομμένη από τον χορηγό της.
Σέρνεται στους δρόμους, γράφεται σε πλακάτ, γίνεται σύνθημα, γίνεται το "απολεσθέν" αντικείμενο, γίνεται η παραστρατημένη κόρη, η χωρίς γονιούς, το έκθετο. Και ο "ευρών αμοιφθήσεται!"
Και ο Άη Βασίλης ; Εκείνος εξακολουθεί όλη τη χρονιά να φτιάχνει δώρα. Δώρα όμως περίεργα. Δηλαδή, αν κρίνεις από αυτά που γέμισαν την αγορά και τις βιτρίνες, ο Άγιος της αγάπης και της προσφοράς έγινε, ούτε λίγο ούτε πολύ, πολεμοκάπηλος.
Κατασκευάζει τάνκς, στρατιωτάκια, πυραύλους, πιστόλια. Τα πολεμικά παιχνίδια τα χρεώνουμε στον Άη Βασίλη κι αυτός θαρθεί το τελευταίο βράδυ του χρόνου, θα φιλήσει το κάθε παιδί και θα του ψιθυρίσει:
- Καλή χρονιά, παιδί μου! Η ατομική βόμβα που βλέπεις είναι δική σου.
Λοιπόν, σαν ήμουνα παιδί, ονειρευόμουνα, ξύπνια και κοιμισμένη, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Τώρα θέλω να κλείνω τα μάτια μου και να ονειρεύομαι πως έπαιζα με κείνη την πάνινη μπάλα μου, πως γύριζα για να δω το σωρό με τους άσπρους κουραμπιέδες, να μυρίσω τις ευωδιές που πλημμυρίζουν όλα τα μέρη του σπιτιού, ν' ακούσω τη γιαγιά:
- Κι ήταν μια σκάλα. Μια χρυσή, ολόχρυση σκάλα. Κι επάνω της ανεβοκατέβαιναν Άγγελοι μ' ασημένια φτερά.
Χριστούγεννα με Χριστό ποθώ τώρα να βρω μέσα στα όνειρα μου. Και τον Άη Βασίλη να ετοιμάζει για μένα μια κούκλα.
Να μη μιλά, να μην περπατά, δεν πειράζει. Μια κούκλα που θα χαμογελάει. Μια κούκλα χωρίς το κομμωτήριο της ή τον... φίλο της.
Της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη